Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ


Αλήθεια, Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012, Ανεμολόγιο
Ανδρέας Κούνιος
ΝΙΚΟΥ  ΝΙΚΟΛΑΟΥ  –ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ
Δ ι θ α λ ά σ σ ο υ
(ποιήματα)
Η φύση της πατρίδας. Η πατρίδα της φύσης. Η ηθική της μνήμης. Η μνήμη της ηθικής. Η φαντασία της νοσταλγίας. Η νοσταλγία της φαντασίας. Η παιδικότητα της χαράς. Η χαρά της παιδικότητας.
Το αγόρι που τρέχει στην πυρωμένη άμμο. Το πρώτο χνούδι στο μάγουλο. Η χρυσή Αμμόχωστος. Η ολόχρυση Καρπασία. Ο άνεμος που ακούγεται σαν λυπητερό τραγούδι. Το φως που δραπετεύει μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων. Η κόκκινη ευωχία της ροδιάς. Η δηλητηριώδης τρίαινα της κατοχής. Το φιλί στα μάγουλα της ιστορίας. Το βυσσινί μαντίλι της Ελένης.



Η καρδιά που ψιθυρίζει «σ’ αγαπώ». Το κουδούνι για διάλειμμα. Ο μαυροπίνακας και η κιμωλία. Οι μικρές αυλακιές στο μεγάλο πρόσωπο του πατέρα. Η μάνα που ετοιμάζει, χαράματα, το φαγητό του μεσημεριού. Οι φιλντισένιες σφραγίδες. Ένα δέκα με θαυμαστικό! Μια έμπνευση με δύο θαυμαστικά!!
Χωράφια κίτρινα σαν φλουριά. Γεωργοί που πίνουν νερό από το παγούρι. Χιλιάδες άνθη που ταξιδεύουνε μαζί με τον ουρανό. Χιλιάδες άνθη που κρύβονται, για να μην αντικρίσουν το μούτρο του εισβολέα. Αλλά και χιλιάδες άνθη που σκορπάνε το άρωμά τους απλόχερα, για να διαλύσουν την μπόχα του εισβολέα.
Διαβάζω και ξαναδιαβάζω την ποιητική συλλογή του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ και σαλπάρω, διστακτικά στην αρχή, με ενθουσιασμό στη συνέχεια, για τα ρημαγμένα τοπία της πατρίδας. Για εκείνο τον στριφογυριστό δρόμο έξω από τον Λεονάρισσο, για εκείνο τον γραφικό καφενέ στο κέντρο της Γιαλούσας, για εκείνο το παντοπωλείο με τις πράσινες πόρτες στο έμπα τουΡιζοκάρπασου, για εκείνη την μητρική αγκαλιά στο προαύλιο του Αποστόλου Ανδρέα που άνοιγε, θαρρείς, για να με σφίξει μέχρι να ψάλλω το Πάτερ Ημών.
Ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, υπέροχα λυρικός και λυρικά υπέροχος, γράφει μια συλλογή υψηλών απαιτήσεων. Βουτάει τη γραφίδα του στο μελανοδοχείο της προσωπικής, της κοινωνικής και της εθνικής αξιοπρέπειας και απλώνει μπροστά στα μάτια μας εικόνες που γδέρνουν. Όσο όμως περισσότερο γδέρνουν, τόσο περισσότερο τρυφερές γίνονται. Στίχοι φορτωμένοι ήθος και ηθική, στίχοι που κουρδίζουν, επιτέλους, το κοιμισμένο ρολόι του τοίχου και του μυαλού, στίχοι που στάζουν, σαν βάλσαμα, σε ανοικτές πληγές. Και, πάνω απ’ όλα, η λογοτεχνική καθαρότητα, λευκή σαν παιδική επιθυμία, ενός ανήσυχου, και δημιουργικού, πνεύματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου