Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ


Αλήθεια, 29 Μαρτίου 2012, Ανεμολόγιο


Μαρία Πυλιώτου
Μικρά και Μεγάλα Παράθυρα στον Κόσμο
Νίκου Νικολάου -Χατζημιχαήλ: Διθαλάσσου, ποιήματα, εκδόσεις Κάρβας


"Κι ο κόσμος όλος φως"

Σ' ένα στίχο με πέντε μικρές λέξεις βαλμένες στη σωστή ρυθμική τους θέση, περικλείονται δεκάδες εικόνες, ιστορικές στιγμές, συναισθήματα... χαρά, πόνος. Περικλείεται όλη η Καρπασία. Η ψυχή της!

Τον ποιητή Νίκο Νικολάου -Χατζημιχαήλ πρωτογνωρίσαμε ως πεζογράφο, με τα γεμάτα ευαισθησία κι ανατροπές διηγήματά του στη συλλογή «Η κόρη του δραγουμάνου» (Εκδ. Μεταίχμιο). Ένα βιβλίο που δεν πέρασε απαρατήρητο. Σ' αυτά τα πεζογραφήματα, λοιπόν, ο προσεκτικός αναγνώστης θα μπορέσει άνετα να νιώσει την ανάσα του ποιητή.


Το «Διθαλάσσου», για όσους είχαν την τύχη να ζήσουν, ή να ταξιδέψουν σ' εκείνα τα μέρη, κι από τον τίτλο και μόνο θα φέρει στη μνήμη τους το κομμάτι εκείνο το μοναδικό, δεξιά κι αριστερά σου η θάλασσα, κι εσύ στο ανάμεσό της, να ταξιδεύεις... Να ταξιδεύεις στο όνειρο. Το ίδιο, το όνειρο του ποιητή όπου, στίχο με στίχο σε ξεναγεί στους χώρους εκείνους που η ελιά, το κυπαρίσσι, η ροδιά είναι ακόμα ριζωμένα στη γη τους, ζωντανά στη μοναδική απλότητά τους, στην παλικαριά τους να σου θυμίζουν τον έρωτα στην πιο βαθιά του έννοια. Να θυμηθούμε αυτό που λέει ο Κούντερα για το θέμα της «ύπαρξης» όπου «ο δημιουργός πρέπει ν' αγγίζει στην πορεία της δουλειάς του. Ο ποιητής το αγγίζει σε κάθε του ποίημα».

Η ζωή... η ύπαρξη... Τότε, τώρα, στη συνέχεια. Κι η Παναγιά η Κανακαριά σε ακολουθεί με τα Βυζαντινά της μάτια βουρκωμένα. Φτάνεις στο σπίτι του ποιητή. Και να, η ψηλή «μαυρομάτα» με μια «άδεια» φωλιά στη φυλλωσιά της. Εκείνη - τη θυμάσαι - τη φωλιά που έφτιαξαν με τέχνη κι αγάπη δυο σγαρτίλια...».

Παρομοιώσεις, μεταφορές, αντιθέσεις σε μια απίστευτη ποιητική πανδαισία σε γεμίζουν πόνο μα και χαρά μαζί, χαρά που η ομορφιά δεν σβήνει από τη μνήμη.

Διαβάζεις και προχωρείς. Προχωρείς αναπνέοντας τη μυρωδιά της γης, ακούγοντας τα κελαδήματα των πουλιών και ξεχωρίζοντας το κελάδημα κάθε πουλιού. Στέκεσαι, ανασαίνεις κι απλώνεις τη χούφτα σου, χαϊδεύεις το σγαρτίλι, νιώθεις «τις κρυμμένες ομορφιές» που ο ποιητής τραγουδάει. Τραγουδάει ακόμα και στη γλώσσα των παππούδων και στη γλώσσα του Ομήρου:

«Αφτοτζηνάρα του γιαλού
τζιαι σμέρνα του πελάου
Δεν σου το λάλουν, μάνα μου
'που λλόου μου φυλάου».

Μνήμες, ντυμένες λυρικά, «καθώς το φως σκουντάει τα πουλιά και ξημερώνει» σε φέρνουν και σε ακουμπούν σ' ένα βράχο, όπου ο γλάρος κάθεται και κοιτάει «αδιάφορα» (αδιάφορα;) το πέλαγο. Και το παραμύθι ξεπετιέται μπροστά σου. Το 'χει φέρει ο άνεμος, ο Κάρβας στα φτερά του, το παραμύθι της δωδεκάχρονης πανέμορφης Ελένης, μιας κόρης που ένας ξένος επισκέπτης έχει απαθανατίσει φωτογραφικά.

«Κι εσύ καλέ ταξιδευτή μισή ανατολίτισσα την είπες...».

Ιστορία, θρύλοι, μύθοι, παραδόσεις σε στίχους συμπυκνωμένους, που συχνά σε κάνουν να βουρκώνεις για το άδικο που γνώρισε τούτος ο τόπος. Γιατί «οι κρυφοί ανέμοι» που «φυσούσαν τζιαι που τες τέσσερις μερκές, τα νέφη εκουβαλούσαν». Και σκόρπισε ο κόσμος, κι έμεινε η γη τους έρημη κι ορφανή.

Μονάχα ο ουρανός μένει πάντα ο ίδιος. Σε ακολουθεί.

«Στην πρωινή καταχνιά
Τριάστρι, Ποαλέτρικα κι άλλοι αστερισμοί
δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος
των βλεφάρων μου».

Κι η φωνή του ποιητή ξανά στο τώρα. Όμως εξαρχής μας προετοιμάζει πως το τραγούδι του δεν θα 'ναι χαρούμενο, αλλά η φωνή του θ' ακουστεί πικρή, λυπητερή σαν μοιρολόι «καθώς η συμφορά και το άδικο τον πνίγει». Στέκομαι στη φράση «ανακαλιούμαι» και στη μνήμη μου η τραγωδία που χτύπησε το νησί μας, οι σκοτωμένοι, οι αγνοούμενοι, οι μάνες... Ανακαλιούμαι, μια λέξη που μοιάζει με καινούργιο φεγγάρι, με το πάντα λυπημένο του φως.

«Εμείς περιμένουμε
περιμένουμε τη στιγμή
που τα πουλιά θ' ανοίξουν πάλι
τα φτερά τους
Και θα ενώσουν τις μικρές κραυγές τους...
Όπως τότε..».

Οι εικόνες αναλλοίωτες, σταθερές κάνουν την ψυχή του ποιητή να συνεγείρεται και να τραγουδά πότε χαρούμενα, πότε λυγμικά...

«Ένας βράχος με το κύμα του
Μια χαρουπιά και μια λευκή λωρίδα άμμου
Τότε να δεις κρινάκια του γιαλού
Σγαρτίλια κι ολόλευκο αστραφτερό αλάτι».

Σε μια αναφορά σαν αυτήν εδώ, ο χώρος δεν μας επιτρέπει ν' αγγίξουμε και δεκάδες άλλα σημεία, αυτού του βιβλίου με τις άκοπες σελίδες και τη συγκίνηση που σου χαρίζει. Θα 'θελα, ωστόσο, να πω για την άρτια επιμέλειά του, το εξώφυλλο, τα συμβολικά του σχέδια.

Άνθος Αλός

Πες θάλασσα...

Και η Καμήλα
Θ' ανασηκώσει την καμπούρα της
Θα ξεσηκώσει κύματα
Θα ξυπνήσει τα μισοκοιμισμένα θαλασσοπούλια
Θα φυσήξει τη γλυκόπικρη αύρα της μνήμης
Να σου χαϊδέψει το πρόσωπο
Να σε ποτίσει θαλασσόμελο.

Ολόχρυσοι κόκκοι άμμου
Μαζί με τον ιδρώτα σου
Θα κυλούν επάνω στο σώμα
Καθώς θα δοκιμάζεις τις αντοχές σου.

Η θάλασσα θα βλέπει προς την πόλη
Και η πόλη προς τη θάλασσα

Ξαγρυπνώντας.


------------------------------------------




Μαρία Πυλιώτου: 

Γεννήθηκε το 1935 στο Λευκόνοικο της Μεσαορίας, τώρα κατεχόμενο από τους Τούρκους χωριό της Κύπρου. Δασκάλα, συγγραφέας και εικονογράφος παιδικών βιβλίων. Έχει τιμηθεί με βραβεία από τον Κυπριακό Σύνδεσμο Παιδικού Βιβλίου, από το Υπουργείο Παιδείας, το Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά κ.ά. Επίσης, έχει βραβευτεί από τη UNICEF και το 1987 κέρδισε σε διεθνή διαγωνισμό το Μετάλλιο του Διεθνούς Βραβείου Janusz Korczak. Δύο βιβλία της μεταφράστηκαν στα ουκρανικά και κυκλοφόρησαν από τις Eκδόσεις Μπεσέλκα του Κιέβου. Η ποιητική της σύνθεση «Άγια Χώματα» μεταφράστηκε στα ρωσικά και κυκλοφόρησε σε ανθολογία στη Μόσχα. Ασχολείται με τη μελέτη και παρουσίαση παιδικών βιβλίων, συνεργάζεται με εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνο και τηλεόραση. Είναι γραμματέας του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού Βιβλίου (εθνικού τμήματος της ΙΒΒΥ) και μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου